Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

...ψαρεύοντας ανθρώπους






 ''..καί λέγει αυτοίς: Δεύτε οπίσω μου, καί ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων...'' Ματθ. δ' 18:23



















Η εκπρόσωπος της Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στη Λαμπεντούζα ήταν σαφής: «Οι άνθρωποι αυτοί επέζησαν απλώς και μόνο επειδή είναι νέοι και δυνατοί». Η φωτογραφία αυτή θα είναι ασφαλώς ανάμεσα στις φωτογραφίες της χρονιάς: είκοσι επτά Αφρικανοί λαθρομετανάστες γαντζωμένοι για τρία μερόνυχτα από τα δίχτυα ενός μαλτέζικου αλιευτικού επειδή καμιά χώρα δεν δέχεται να τους φιλοξενήσει. Την πρώτη μέρα τρώνε μήλα και πορτοκάλια που τους πετούν από το αλιευτικό, τις άλλες δύο τίποτα. Ο καπετάνιος δηλώνει ότι δεν μπορεί να τους επιβιβάσει στο αλιευτικό ούτε να τους μεταφέρει στη Μάλτα, επειδή υπάρχει κίνδυνος να καταστραφεί μια ψαριά αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Επικοινωνεί με τη χώρα του, που ζητά από τη Λιβύη να τους πάρει πίσω αφού είναι πιο κοντά στις ακτές της. Η Λιβύη αδιαφορεί, η Μάλτα αδιαφορεί, ένα άλλο πλοίο που περνά από την περιοχή αδιαφορεί, όλοι πιστεύουν ότι αργά ή γρήγορα αυτοί οι δυστυχείς θα πεθάνουν, όπως έχουν πεθάνει χιλιάδες άνθρωποι σ ΄αυτά τα νερά. Οι λαθρομετανάστες, που βολόδερναν ήδη έξι μέρες στη θάλασσα όταν εντοπίστηκαν, θα διασωθούν τελικά από ένα σκάφος του ιταλικού ναυτικού, που θα τους μεταφέρει στη Λαμπεντούζα. Γιατί αυτή η φωτογραφία με τους ανθρώπους-τόνους δεν ήταν χθες στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων όλου του κόσμου; Γιατί η ανατριχιαστική δήλωση του καπετάνιου δεν μεταδόθηκε από όλες τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα; Με ποιο τρόπο, και μέσα από ποιες ακριβώς διαδικασίες, μετατράπηκε η Μεσόγειος από θάλασσα φιλίας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης; Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Η Ρεπούμπλικα μας θυμίζει ότι στην ίδια αυτή θάλασσα περιπλανιόντουσαν επί οκτώ χρόνια, από το 1522 ώς το 1530, εφτά χιλιάδες Ιππότες της Ιερουσαλήμ, για να καταλήξουν τελικά- τι σύμπτωση!- στη Μάλτα. Στα ίδια νερά βρέθηκε το 1947 το πλοίο Έξοδος με 4.515 Εβραίους πρόσφυγες που είχαν γλιτώσει από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης: το πλοίο είχε αναχωρήσει από τη Γαλλία με προορισμό την Παλαιστίνη, αλλά το βρετανικό ναυτικό διέταξε την επιστροφή του στην Ευρώπη. Μα από τα περιστατικά εκείνα έχουν περάσει δεκαετίες, αιώνες, ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει προχωρήσει, στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γίνονται σήμερα στρατιωτικές επεμβάσεις, πώς είναι δυνατόν είκοσι επτά άνθρωποι να μένουν γαντζωμένοι για τρία μερόνυχτα από τα δίχτυα ενός αλιευτικού και όλοι οι υπόλοιποι να αποστρέφουμε το βλέμμα; Δεν φταίνε μόνο η Μάλτα ή η Λιβύη, δεν φταίει μόνο αυτός ο απίστευτος καπετάνιος, στη χθεσινή Ελ Παΐς διαβάζουμε ότι ένα ισπανικό ρυμουλκό περίμενε επί τέσσερις μέρες εντολές από τη Μαδρίτη για το τι να κάνει 26 ναυαγούς από την Ακτή του Ελεφαντοστού που μάζεψε από τη θάλασσα. Τελικά η κυβέρνηση δέχθηκε να τους πάρει, ίσως επειδή ο καπετάνιος βεβαίωσε ότι είναι καλοί άνθρωποι, δεν παραπονέθηκαν λέει ούτε μια φορά, παρ΄ όλο που τους έβαλαν να κοιμηθούν στους διαδρόμους, δίπλα στις μηχανές...

 

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το ξυπόλητο κολέγιο

''...μεγάλη μέρα χθες. Κρεμάσαμε έναν νέγρο...''

Την Κυριακή το απόγευμα της 23ης Απριλίου 1899 περισσότεροι από 2.000 λευκοί κάτοικοι της Γεωργίας ¬ κάποιοι από τους οποίους έφτασαν στην Ατλάντα με ειδικά ναυλωμένο τρένο ¬ μαζεύτηκαν στην πόλη Νιούμαν για να δουν την εκτέλεση του Σαμ Χοσέ, ενός μαύρου κατοίκου της περιοχής. Η εκτέλεση ενός μαύρου είχε γίνει πλέον κάτι πολύ οικείο. Όπως σε τόσα άλλα λιντσαρίσματα, και αυτή θα αποτελούσε δημόσιο θέαμα. 'Οπως σε τόσα άλλα λιντσαρίσματα, η ενοχή του θύματος δεν είχε αποδειχθεί σε κάποιο δικαστήριο. Όπως σε τόσα άλλα λιντσαρίσματα, οι συγκεντρωμένοι δεν θα φορούσαν μάσκες και κανείς από τους εκτελεστές δεν θα επιχειρούσε να κρύψει την ταυτότητά του. Μάλιστα τα ρεπορτάζ των εφημερίδων θα αναφερόταν στην ενεργό συμμετοχή ορισμένων από τους πιο σημαίνοντες πολίτες της περιοχής. Και όπως στα περισσότερα λιντσαρίσματα, οι εφημερίδες των λευκών και το κοινό θα εξέφραζε, στο όνομα της ανωτερότητας της λευκής φυλής, την υποστήριξή του στην εκτέλεση ενός μαύρου. Και θα αδιαφορούσε για οποιαδήποτε πληροφορία ερχόταν σε αντίθεση με τη λαϊκή ετυμηγορία. Ο Σαμ Χοσέ δούλευε στη φυτεία του Άλφρεντ Κράνφορντ. Ζήτησε από τον εργοδότη του μία προκαταβολή ¬ σύμφωνα με κάποιους ζητούσε δεδουλευμένα τα οποία δεν είχε πληρωθεί ¬ και άδεια να επισκεφτεί την άρρωστη μητέρα του. Ο καλλιεργητής αρνήθηκε και ακολούθησε μία ανταλλαγή ύβρεων. Την επομένη την ώρα που ο Χοσέ έκοβε ξύλα ο Κράνφορντ άρχισε πάλι τον καβγά. Αυτή τη φορά, μάλιστα, τράβηξε το πιστόλι του και απειλούσε να σκοτώσει τον Χοσέ. Στην προσπάθειά του να αμυνθεί ο Χοσέ εκτόξευσε το τσεκούρι του, που βρήκε τον Κράνφορντ στο κεφάλι σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Τις επόμενες δύο ημέρες οι εφημερίδες παρουσίαζαν μία τελείως διαφορετική εκδοχή: Ο Κράνφορντ έτρωγε το βραδινό όταν ο Χοσέ ¬ «ένα τέρας με ανθρώπινη μορφή» ¬ γλίστρησε πίσω του και με ένα τσεκούρι του άνοιξε στα δύο το κρανίο και αφού λεηλάτησε το σπίτι, έσυρε την κυρία Κράνφορντ στο δωμάτιο όπου κείτονταν νεκρός ο σύζυγός της και την βίασε. Μπορεί να υπήρξαν πολλές εκδοχές για τον τρόπο θανάτου του Κράνφορντ, υπήρξε όμως μόνο μία για τον τρόπο εκτέλεσης του Σαμ Χοσέ. Αφού τον έγδυσαν και τον έδεσαν με μία αλυσίδα σε ένα δέντρο, οι εκτελεστές συγκέντρωσαν γύρω του ξύλα βουτηγμένα στην κηροζίνη. Πριν πασαλείψουν τον Χοσέ με λάδι και βάλουν φωτιά στα ξύλα του είχαν κόψει τα αυτιά, τα δάχτυλα, τα γεννητικά όργανα και του είχαν αφαιρέσει το δέρμα από το πρόσωπό του. Κι ενώ κάποιοι από το πλήθος έμπηγαν μαχαίρια στη σάρκα του Χοσέ, κάποιοι άλλοι παρατηρούσαν «με φανερή ευχαρίστηση» (όπως σημείωνε ένας δημοσιογράφος) τις φλόγες που έκαιγαν το σώμα του Χοσέ ¬ παραμορφώνοντας τα χαρακτηριστικά του, αναγκάζοντας τα μάτια του να πετάγονται έξω από τις κόγχες τους και τις φλέβες του να σκάνε. Οι μοναδικοί ήχοι που έβγαιναν από τα χείλη του θύματος, ακόμη και την ώρα που το αίμα του τσιτσίριζε στη φωτιά, ήταν: «Ωχ Θεέ μου, Ωχ Χριστέ». Πριν καν το σώμα του Χοσέ κρυώσει του έβγαλαν την καρδιά και το συκώτι και τα έκοψαν σε δεκάδες κομμάτια, ενώ συνέθλιψαν τα κόκαλά του. Ο συγκεντρωμένος κόσμος έδωσε μάχη για τα σουβενίρ του λιντσαρίσματος. Σύμφωνα μάλιστα με το ρεπορτάζ κάποιων εφημερίδων, ένας από τους συμμετέχοντες στην εκτέλεση έφυγε αμέσως μετά τη μακάβρια τελετή με ένα κομμάτι από την καρδιά του Σαμ Χοσέ για να το παραδώσει πρώτος στον κυβερνήτη της Γεωργίας ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τις πράξεις του άτυχου μαύρου «τις περισσότερο διαβολικές στα χρονικά του εγκλήματος». Η συγκλονιστική αυτή περιγραφή της απάνθρωπης και σαδιστικής εκτέλεσης του Σαμ Χοσέ είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Without Sanctuary» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αμερική. Παρουσιάζει περιπτώσεις εκτελέσεων μαύρων και για πρώτη, ίσως, φορά δεκάδες φωτογραφίες από λιντσαρίσματα. Λιντσαρίσματα τα οποία ήσαν συνηθισμένο φαινόμενο στις ΗΠΑ ¬ κυρίως στον αμερικανικό Νότο ¬ από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ακόμη! Την τύχη του Σαμ Χοσέ είχαν στη χρονική αυτή περίοδο σχεδόν 5.000 μαύροι άνδρες, γυναίκες και παιδιά που βρήκαν τραγικό θάνατο στην κρεμάλα ή στην πυρά ύστερα από άγρια βασανιστήρια. Τα λιντσαρίσματα γίνονταν ¬ όπως και στην περίπτωση του Σαμ Χοσέ ¬ από έναν εξαγριωμένο όχλο λευκών που έπαιρνε τον νόμο στα χέρια του και επέβαλε παραδειγματική τιμωρία χωρίς προηγουμένως να έχει υπάρξει έστω και κάποια υποτυπώδης δικαστική διαδικασία από την οποία να προέκυπτε η ενοχή του μελλοθανάτου. Και δυστυχώς, όπως στην περίπτωση του Σαμ Χοσέ, τις περισσότερες φορές ¬ αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει στα γουέστερν του Χόλλυγουντ ¬ ο σερίφης ή ο δικαστής της περιοχής όχι μόνο δεν ενδιαφερόταν για τα δικαιώματα του καταδικασμένου χωρίς δίκη μαύρου αλλά αντιθέτως συνήθως πρωτοστατούσε στην εκτέλεσή του. Λίγα λεπτά αργότερα το πλήθος κρεμά τον έναν ύποπτο, σε ένα δέντρο απέναντι ακριβώς από τη φυλακήΤο απίστευτο είναι ότι, όπως και στην περίπτωση του Σαμ Χοσέ, το πλήθος συνωστιζόταν όχι μόνο για να είναι μάρτυρας στην ιδιόρρυθμη αυτή... απονομή δικαιοσύνης ¬ σύμφωνα με τη ρατσιστική αντίληψη της εποχής ¬ αλλά για να απολαύσει το λιντσάρισμα και αν είναι δυνατόν να εξασφαλίσει και κάποιο σουβενίρ από τις φρικαλεότητες για να το πάρει στο σπίτι του. Μάλιστα οι φωτογράφοι της περιοχής απαθανάτιζαν τα νεκρά σώματα ή τα αποκαΐδια των εκτελεσθέντων και τα έκαναν καρτ ποστάλ που πωλούνταν στο εμπόριο. Δεκάδες τέτοιες καρτ ποστάλ από λιντσαρίσματα μαύρων ¬ ως επί το πλείστον ¬ συγκέντρωνε για 15 χρόνια ο συλλέκτης παλαιών αντικειμένων Τζιμ Άλλεν πριν εκδώσει το «Without Sanctuary». Όπως ο ίδιος μάλιστα αναφέρει, δεν είχε ιδέα πως τέτοιου είδους καρτ ποστάλ ήταν πολύ δημοφιλή για τον λευκό πληθυσμό του Νότου, ώσπου ένα από αυτά έπεσε τυχαία στα χέρια του. Κάποιος παλαιοπώλης του έφερε ένα έπιπλο στο μαγαζί του σε ένα συρτάρι του οποίου βρήκε τη φωτογραφία από το λιντσάρισμα του Λέο Φρανκ. Ενός Εβραίου που πέθανε στην κρεμάλα το 1915 επειδή θεωρήθηκε ύποπτος για τη δολοφονία ενός κοριτσιού. «Δεν ήταν τόσο το άψυχο σώμα που με τάραξε όσο τα σκυλίσια πρόσωπα του κοπαδιού που το περικύκλωνε, απρόθυμο να φύγει από το δάσος μετά την εκτέλεση», λέει ο Άλλεν. Ο συλλέκτης περιγράφει ακόμη πως έπειτα από πολύ καιρό κι αφού είχε γίνει γνωστό πλέον το ενδιαφέρον του για τέτοιου είδους φωτογραφίες, ένας έμπορος τον πλησίασε συνωμοτικά σε μια λαϊκή αγορά για να του πουλήσει τη φωτογραφία της Λώρα Νέλσον, «το σώμα της οποίας κρεμόταν σαν ένας χαρταετός, από μία γέφυρα». Γρήγορα κατάλαβε, λέει ο Άλλεν, ότι τέτοιου είδους φωτογραφίες καθώς επίσης και τα «σουβενίρ» από τους εκτελεσθέντες (τούφες από τα μαλλιά τους, κομμάτια από τα ρούχα τους ή από τη σάρκα τους) είχαν μεγάλη πέραση στον αμερικανικό Νότο. Κάποιοι έκαναν συλλογές από τα «σουβενίρ» και κάποιοι άλλοι χρησιμοποιούσαν τα μακάβρια αυτά καρτ ποστάλ για να γράψουν τα «νέα» σε φίλους τους! Πίσω από μία από τις καρτ ποστάλ της συλλογής του Τζιμ Άλλεν είναι γραμμένο το εξής: «Αυτό ήταν το μπάρμπεκιου που είχαμε χτες βράδυ». Η φωτογραφία του καρτ ποστάλ δείχνει το καμένο σώμα του 16χρονου Τζέσε Ουάσιγκτον τον οποίο κρέμασαν και έκαψαν το 1916 στο Γουάκο του Τέξας μπροστά σε συγκεντρωμένο πλήθος 15.000 ανθρώπων! Πίσω από ένα άλλο καρτ ποστάλ της συλλογής του Άλλεν που απεικονίζει ένα λιντσάρισμα κάποιος έγραψε: «Αγαπητέ Τζων, αυτό είναι ένα ενθύμιο μιας μεγάλης μέρας που ζήσαμε στο Ντάλλας. Κρεμάσαμε έναν νέγρο». «Στην Αμερική όλα είναι προς πώληση. Ακόμη και η εθνική ντροπή», λέει ο Άλλεν, ο οποίος επισημαίνει πως οι φωτογραφίες από τα λιντσαρίσματα έχουν τραβηχτεί με τέτοιο τρόπο από τους επαγγελματίες φωτογράφους της εποχής, ώστε να δείχνουν με κάθε λεπτομέρεια το αποτέλεσμα της μακάβριας αυτής τελετής και άρα να έχουν εμπορική αξία για τους αιμοδιψείς λευκούς. «Ακόμη και νεκροί οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν κανένα άσυλο», σημειώνει. Περισσότερες από εξήντα ασπρόμαυρες ανατριχιαστικές φωτογραφίες της ιστορικής αυτής συλλογής παρουσιάστηκαν για ένα μήνα σε γκαλερί της Νέας Υόρκης όπου χιλιάδες επισκέπτες στριμώχτηκαν για να δουν σοκαρισμένοι το απάνθρωπο ρατσιστικό παρελθόν της Αμερικής. Η έκθεση στεγάζεται αυτή τη στιγμή  στην Εταιρεία Ιστορίας της Νέας Υόρκης

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

"Πολεμάμε κάθε ασθένεια , ακόμα και την αδικία"


"...Με τίποτις δεν τσακώθηκα τόσο, όσο μ’ αυτά τα «απαγορεύεται». Έβλεπα σ’ ένα μέρος ανθρώπους, κοιτούσα και τον εαυτό μου… ανθρωπάκι ήμουνα κι εγώ. Έκανα να μπω… με γάντζωνε απ’ το λαιμό το «απαγορεύεται». Έβλεπα παιδάκια να γελάνε και να πέφτουν στην άμμο. Όμορφο παιχνιδάκι. Πήγαινα να πέσω στην άμμο κι εγώ κι έπεφτα απάνου στο «απαγορεύεται». Μπούχτισα, το οχρεύτηκα και δεν το ξαναζύγωσα… Είχα μάθει πια – κι ας μ’ έπνιγε ένας κόμπος στο λαιμό – πως τούτη δω ήταν η τάξη του κόσμου. Κακιά, άσχημη,… μα τι να πεις; Αυτή ήταν..." Μενέλαος Λουντέμης

Καθόταν στην άκρη στο Πολυιατρείο κλαμένος περιμένοντας τη μάνα του να πάρει λίγα τρόφιμα. Μαι ιστορία προσωποποίηση της δυστυχίας. Κάτι χιλομπαλωμένα χαχόλικα ρούχα, διελυμένες προιστορικές ελβυέλες "ντυνανε" 'ενα μαυριδερό κορμί και δυό μάτια κάρβουνα.
" Τι έχεις?
Θέλω να ξαναπάω σχολείο τώρα που γυρίσαμε.
Και ποιός σε εμποδίζει?
Πήγαμε να γραφτώ και ο διευθντής με έδιωξε.
Γιατί?
Μου είπε πως είμαι γυφτάκι και δεν έχω καμιά δουλειά να βρωμίζω το σχολείο του..."
Είδα γύρω μου τους συνήθως γλυκομίλητους και ήρεμους εθελοντές να αγριεύουν, "που να ξερε που έμπλεξε τώρα ο φουκαράς ο κος Διευθυντής" σκέφτηκα μέσα μου
Θυμήθηκα ένα παλιό σλόγκαν των Γάλλων Γιατρών του Κόσμου που μου είχε κάνει εντύπωση "Πολεμάμε κάθε ασθένεια , ακόμα και την αδικία" Χαμογέλασα
Του σκούπισα τα δάκρυα. "βάζουμε στοίχημα πως και σχολείο θα πάς και πως την μέρα το αγιασμού όλοι τούτοι εδώ με τις άσπρες μπλούζες θα είναι εκεί να σε καμαρώνουν?"

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Compañero Presidente

"...Αντιμετωπίζοντας αυτά τα γεγονότα, δηλώνω στους εργάτες. Δεν θα παραιτηθώ! Είναι μια ιστορική στιγμή και θα πληρώσω με τη ζωή μου για την αφοσίωση του λαού μου. Είμαι βέβαιος πως οι σπόροι που φυτεύθηκαν στις αξίες συνείδησης εκατομμυρίων Χιλιανών, θα καρπίσουν. Αυτοί έχουν την εξουσία, αυτοί είναι οι κατακτητές.
Όμως ούτε το έγκλημα, ούτε η βία μπορούν να διακόψουν την κοινωνική εξέλιξη. Η ιστορία είναι δική μας, η ιστορία γράφεται από τους λαούς. Εργάτες της πατρίδας μου, επιθυμώ να σας ευχαριστήσω για την διαρκή σας αφοσίωση για την εμπιστοσύνη σας σε έναν άνθρωπο που απλώς εξέφρασε τη μακρόχρονη αναμονή σας για δικαιοσύνη..."
 


Από τους μεγάλους τελευταίους μάρτυρες στο διεθνές εικονοστάσιο εκείνων που δεν έκαναν άλλο από το να υπηρετούν τις ιδέες που διακονούν την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, στο ίδιο εικονοστάσιο με τον Αργεντινό γιατρό Τσε Γκεβάρα και με τον Κολομβιανό ιερέα Καμίλο Τόρες, ο Χιλιανός Σαλβαδόρ Ιζαμπελίνο Αλιέντε Γκόσενς, δώρισε τη ζωή του, κυριολεκτικά, στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Αλλεπάλληλες διώξεις, φυλακίσεις, απόπειρες δολοφονίας, συνωμοτικά σχέδια εναντίον του με την υπογραφή της διαβόητης CIA, και από την άλλη μεριά μια αταλάντευτη πίστη στη δυνατότητα να υπερβαίνουν οι χειμαζόμενες λαϊκές μάζες την οδύνη και να ανελίσσονται κοινωνικά και οικονομικά, να ποια ήταν η διελκυστίνδα της ζωής αυτού του σεμνού αγωνιστή, του πολιτικού που δεν έχανε ποτέ το διάσημο χαμόγελό του, σήμα κατατεθέν μαζί με τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά και το κομψό μουστάκι του. Ήταν παγκοσμίως ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος μαρξιστής πρόεδρος μιας χώρας, αλλά δυστυχώς δεν ήταν ο πρώτος «φίλος του λαού» που έμελλε να πέσει νεκρός υπερασπιζόμενος τα ιδεώδη του.








Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε γεννήθηκε πριν από έναν αιώνα, στις 26 Ιουνίου του 1908, και έφυγε από τον κόσμο με μια σφαίρα, τριάντα πέντε χρόνια πριν, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, στη διάρκεια ενός από τα πιο βάναυσα πραξικοπήματα του 20ού αιώνα, που οδήγησε μάλιστα στην ανάληψη της εξουσίας από μια αιμοσταγή χούντα. Σαράντα ολόκληρα χρόνια, από έφηβος ήδη, ο Αλιέντε αγωνίστηκε και μόχθησε για τον χιλιανό λαό και για την πρόοδο της Λατινικής Αμερικής. Συνδέθηκε φιλικά με ισχυρές προσωπικότητες όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Πάμπλο Νερούδα, αλλά ο μέντοράς του και ο άνθρωπος που τον διέπλασε πνευματικά και πολιτικά ήταν ένας αναρχικός τσαγκάρης, ιταλικής καταγωγής, ο Χουάν ντε Μάρτσι.
Οι γονείς του Αλιέντε, ο δικηγόρος Σαλβαδόρ Αλιέντε Κάστρο και η συμβολαιογράφος Λάουρα Γκρόσενς Ουρίμπε ήσαν ευυπόληπτοι φιλελεύθεροι αστοί, δραστήριοι πολιτικά, ενώ ο παππούς του, διαπρεπής γιατρός, είχε ιδρύσει ένα από τα πρώτα μη-θρησκευτικά σχολεία στη Χιλή. Ο Αλιέντε αποφάσισε να ακολουθήσει το λειτούργημα του παππού του και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Χιλής. Παραλλήλως, οργανώνει έναν όμιλο για τη μελέτη της μαρξιστικής θεωρίας, εκλέγεται Αντιπρόεδρος της Φοιτητικής Ένωσης, αγωνίζεται ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Κάρλος Ιμπάνεθ ντελ Κάμπο, γίνεται τον Απρίλιο του 1933 συνιδρυτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος, και εν συνεχεία πρόεδρος του τοπικού του τμήματος στη γενέθλια πόλη του, το Βαλπαραΐσο, ενώ την ίδια χρονιά υποστηρίζει και εκδίδει τη διδακτορική διατριβή του, με θέμα «Πνευματική Υγεία και Εγκληματικότητα», όπου ασκεί κριτική στις ρατσιστικές θέσεις του Τσέζαρε Λομπρόζο.
Στα 1938, πέντε χρόνια μετά, και ύστερα από ασίγαστη πολιτική δράση, συνοδευόμενη κατά τα ειωθότα από διώξεις και φυλακίσεις, ο χαμογελαστός σοσιαλιστής γιατρός θα εκλεγεί βουλευτής, έχοντας αναλάβει την ευθύνη της προεκλογικής εκστρατείας του Λαϊκού Μετώπου, με επικεφαλής τον Πέδρο Αγκίρε Σέντρα και με κεντρικό σύνθημα «Ψωμί, Στέγη, Δουλειά». Θα αναλάβει, αμέσως μετά την εκλογική νίκη, τα αρμόζοντα καθήκοντα του Υπουργού Υγείας, θα προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, υπέρ πάντα των φτωχών και των αδυνάτων, στηρίζοντάς τες και με το συγγραφικό του έργο, με το πόνημά του «Η κοινωνική και ιατρική πραγματικότητα στη Χιλή», ενώ θα οργανώσει κινήσεις διαμαρτυρίας για τις βιαιότητες του ναζιστικού καθεστώτος στη Γερμανία, στέλνοντας μάλιστα τηλεγράφημα στον ίδιο τον Χίτλερ. Δύο χρόνια μετά, στις 17 Μαρτίου του 1940, ο Αλιέντε θα παντρευτεί την καθηγήτρια ιστορίας και γεωγραφίας, καθώς και βιβλιοθηκάριο, Ορτανσία Μπούσι Σότο, η οποία του χάρισε τρεις θυγατέρες, την Κάρμεν Παζ, την Βεατρίκη, και τη Ισαβέλλα, και τον συντρόφεψε ως την ύστατη πνοή του.

Ο Αλιέντε θα εκλεγεί βουλευτής στα 1941, και από τότε έως την ανάδειξή του σε 56ο Πρόεδρο της Χιλής, δεν θα απουσιάζει από τη γερουσία και το κοινοβούλιο της χώρας του, ενώ στα 1952, 1958 και 1964 θα είναι υποψήφιος για την προεδρία, με το Λαϊκό Μέτωπο Δράσης. Αστειευόμενος κάποτε για τις τρεις ατελέσφορες προεκλογικές του εκστρατείες, συνθέσει το επιτύμβιό του, «Ενθάδε κείται ο επόμενος Πρόεδρος της Χιλής». Ανεξάρτητο πνεύμα και θιασώτης του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ο Αλιέντε θα εμμένει πάντα στις απόψεις του και θα παραμένει ειλικρινής μέσα στο λαβυρινθώδες και χαοτικό πεδίο της Χιλής και γενικότερα της Νότιας Αμερικής, δίχως βεβαίως να πάψει να ελίσσεται, να συνάπτει συμμαχίες, να γοητεύει φίλους και να τρομοκρατεί, με τις ιδέες του, ιδίως με τα σχέδιά του για εθνικοποιήσεις επιχειρηματικών κολοσσών, τους Αμερικανούς ηγέτες. Όσο πιο δημοφιλής γινόταν ο ανθρωπιστής γιατρός, τόσο πιο πολύ μηχανεύονταν σενάρια για την υπονόμευση και την εξόντωσή του οι αξιωματούχοι της CIA.Δεν ήταν εύκολη δουλειά να αντιμετωπίσουν οι κύριοι αυτοί έναν πολιτικό άντρα που το 1953, ημερομηνία θανάτου του Στάλιν, εγκωμίασε τον σοβιετικό ηγέτη ως λαοπρόβλητη προσωπικότητα, αλλά δεν δίστασε να καταγγείλει τις επεμβάσεις του ρωσικού στρατού, τόσο στην Ουγγαρία το 1956 όσο και στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Κι ακόμα, μετά το 1959, και τη ανάληψη της εξουσίας στην Κούβα από τον Κάστρο, οι Αμερικανοί ταράζονται από τις φιλικές σχέσεις των δύο αγωνιστών, και από την αποτρόπαια γι’ αυτούς προοπτική να γίνει η Χιλή μια νέα κόκκινη Κούβα.
Είναι υπέρογκα τα ποσά, με τα οποία η CIA χρηματοδότησε αντιπάλους του Αλιέντε και σχέδια εναντίον του και τα οποία αποκαλύφθηκαν μόλις πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για έναν χορό εκατομμυρίων δολαρίων, άλλοτε για την ενθάρρυνση και τη στήριξη άλλων υποψηφίων για τον προεδρικό θώκο, και άλλοτε, στη διάρκεια της προεδρίας του Αλιέντε, για την πρόκληση και ενίσχυση απεργιών, όπως των φορτηγατζήδων, που λίγο έλειψε να οδηγήσουν σε χαοτική οικονομική και κοινωνική κατάσταση τη Χιλή.
Όπως και να ’χει, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε, ηγούμενος της Λαϊκής Ένωσης, της χιλιοτραγουδισμένης Unidad Popular, κερδίζει στις 4 Σεπτεμβρίου του 1970, τις προεδρικές εκλογές, και στις 3 Νοεμβρίου αναλαμβάνει την προεδρία, για να αρχίσει πάραυτα, και κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, την εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών εξαγγελιών του, του περιλάλητου «χιλιανού δρόμου προς το σοσιαλισμό», με εθνικοποιήσεις ορυχείων χαλκού και τραπεζών, οργάνωση του εθνικού συστήματος υγείας, τόνωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, μείωση των τιμών και αύξηση των ημερομισθίων, αναδιανομή γαιών, στήριξη των αυτοχθόνων Ινδιάνων, περιορισμό των εισαγωγών και επέκταση των εξαγωγών, και τόσα άλλα που έδωσαν στο σύνθημα «Venceremos» μια πρακτική υπόσταση. Οι δεξιοί, συνεπικουρούμενοι από ηγέτες του στρατού της Χιλής και από τζιμάνια της CIA, που δρουν ασύστολα με τις ευλογίες του Χένρι Κίσιντζερ, προσπαθούν επιμόνως να του κάνουν τον βίο αβίωτο. Οργανώνουν απαγωγές και δολοφονικές απόπειρες κατά συνεργατών του, προβαίνουν σε συστηματική εξαφάνιση βασικών προϊόντων ώστε να δημιουργηθεί κλίμα δυσαρέσκειας κατά του Αλιέντε, ενώ ασκούν ασφυκτική πίεση ώστε να προωθηθούν στην κυβέρνησή του άνθρωποι ελεγχόμενοι από αυτούς. Ο ίδιος ο Ρίτσαρντ Νίξον δίνει εντολή να υπονομευτούν με κάθε τρόπο οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του Χιλιανού Προέδρου, διαθέτοντας μάλιστα 10 εκατομμύρια (!)δολάρια για τον σκοπό αυτό. Εκπονούνται από τη CIA τα σχέδια «Track I» , «Track II» και «Project FUBELT», από τα οποία έχουν ήδη αποκαλυφθεί κάποια έγγραφα που μαρτυρούν για την βρόμικη ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ άλλα παραμένουν απόρρητα, με κεντρικό στόχο τη βύθιση της Χιλής σε δεινή οικονομική κατάσταση, τη δυσφήμηση του Αλιέντε, και την ανατροπή του καθεστώτος.
Φήμες για στρατιωτικό πραξικόπημα κυκλοφορούν, ευρέως και εντόνως, ήδη από τα 1972. Στις 29 Ιουνίου του 1973, ένα σύνταγμα τεθωρακισμένων κυκλώσει το Προεδρικό Μέγαρο, αλλά ο Αλιέντε καταφέρνει να οδηγήσει σε αποτυχία την απόπειρα των στασιαστών. Τον Αύγουστο αναλαμβάνει Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ, που δεν θα αργήσει καθόλου να γίνει δήμιος της δημοκρατίας, δικτάτορας της Χιλής, και ένας από τους πιο βάναυσους και αιμοσταγείς εξουσιαστές στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Το όνειρο του σοσιαλιστή γιατρού από το Βαλπαραΐσο, το όνειρο για έναν σοσιαλισμό θεμελιωμένο στην ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια, και τη δημοκρατία, θα πνιγεί μέσα στο αίμα, όπως και ο γενναίος ονειρευτής του. Ο συντοπίτης του Αλιέντε, ο Αουγκούστο Χοσέ Ραμόν Πινοσέτ Ουγκάρτε, προλαβαίνει την ιδέα του Προέδρου της Χιλής να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο με ένα δημοψήφισμα, για το οποίο είχε ετοιμάσει ένα διάγγελμα που δυστυχώς ο θάνατος τον εμπόδισε να εκφωνήσει. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο στρατός εξαπολύει τις ορδές του κατά της δημοκρατίας, πολιορκεί και καταλαμβάνει το Προεδρικό Μέγαρο, οδηγεί τον Αλιέντε σε μια θαρραλέα αυτοκτονία, και προχωρεί σε συλλήψεις και δολοφονίες χιλιάδων Χιλιανών. «Δεν το κάναμε εμείς, αλλά συμβάλλαμε στο να δημιουργηθούν, με κάθε δυνατό τρόπο, οι συνθήκες που το επέβαλλαν», είπε ο Κίσιντζερ στον Νίξον. Κάτι που μοιάζει με απόλυτο ορισμό της ταυτολογίας!
Μετά το πραξικόπημα και το θάνατο του Αλιέντε, η επικρατέστερη άποψη ήταν ότι δολοφονήθηκε από τους δολοφόνους της δημοκρατίας, εν συνεχεία όμως φάνηκε να είναι πιο ισχυρή η εκδοχή ότι αυτοκτόνησε, βλέποντας ότι δεν έχει καμία άλλη λύση, και αφού έδωσε την ύστατη μάχη μέσα στο Προεδρικό Μέγαρο. Άλλοι θέλουν να αυτοκτόνησε με το ντουφέκι AK-47, που του δώρισε σε μιαν επίσκεψή του ο Κάστρο και που έφερε χρυσή πλακέτα με την επιγραφή-αφιέρωση, «Στον καλό μου φίλο Σαλβαδόρ Αλιέντε από τον Φιντέλ που με διαφορετικά μέσα προσπαθεί να επιτύχει τον ίδιο σκοπό». Άλλοι, ωστόσο, διατείνονται ότι αυτοκτόνησε με το προσωπικό του πιστόλι. Σημασία έχει, πάντως, η ηρωική, αξιοπρεπέστατη, έμπλεη ανθρωπισμού και έγνοιας για τον πολίτη προσπάθεια του Αλιέντε να εδραιώσει τις μεταρρυθμίσεις του και να μείνει πιστός στο ιδεώδες και το όραμά του. Κάτι που συνεχίζει να εμπνέει γενιές πολιτικών και πολιτών, και κάτι που συνοψίζεται στα τελευταία λόγια που απηύθυνε από το πολιορκούμενο Προεδρικό Μέγαρο λίγο προτού μια σφαίρα κόψει το νήμα, αλλά όχι και το νόημα, της ζωής του: «Εργάτες της χώρας μου, έχω πίστη στη Χιλή και στο πεπρωμένο της. Άλλοι θα ξεπεράσουν τούτη τη σκοτεινή και πικρή στιγμή της προδοσίας. Να μην ξεχνάτε ότι, αργά ή γρήγορα, οι μεγάλες λεωφόροι θ’ ανοίξουν και πάλι για να διαβούν άνθρωποι ελεύθεροι που θα οικοδομήσουν μια καλύτερη κοινωνία. Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο λαός! Ζήτω οι εργάτες!»

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Δημοσιεύτηκε στο «Έψιλον» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας




Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Ενας ρεπόρτερ-ιεραπόστολος

"Μια ασυνήθιστη διήγηση [...] για το πάθος του να ταξιδεύει, για το ξεχωριστό ρεπορτάζ που ο ίδιος έκανε, για την αναγκαιότητα του να ρισκάρεις τη ζωή σου για τα μεγάλα ιδανικά, για τη μοναξιά και τον φόβο που συντροφεύουν τον ρεπόρτερ, για τη δυσκολία του γραψίματος και τον ζυγό της δόξας. Προβάλλει μέσα από αυτά τα κείμενα η αυτοπροσωπογραφία ενός ανθρώπου, στον οποίο η ζωή έδωσε απλόχερα στενοχώριες, του οποίου η παιδική ηλικία κύλησε στην ξενιτιά, στο κρύο και στην πείνα και ο οποίος κατάφερε να μετατρέψει εκείνη τη δύσκολη εκκίνηση σε συμπόνια. Μια συμπόνια που έγινε το κεφάλαιό του μέσα στη φτώχεια του Τρίτου Κόσμου, το γερό του χαρτί τις στιγμές του θανάσιμου κινδύνου και εντέλει η εξουσιοδότηση που του δόθηκε να κρίνει αυστηρά τον σύγχρονο κόσμο των μέσων ενημέρωσης. Συνέβη, αυτός ο πασίγνωστος σε όλο τον κόσμο συγγραφέας, ο ρεπόρτερ-ιεραπόστολος, να γυρίσει από ταξίδι με ένα παντελόνι τζιν, ένα τηγάνι και... ένα μπαούλο βιβλία. Αποσκευές που λένε πολλά."

(απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου  Αυτοπροσωπογραφία ενόςρεπόρτερ)

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Καπισίνσκι από τρία έργα που πέρσι συγκεντρώθηκαν και σε ενιαίο τόμο: Έβενος. Το χρώμα της Αφρικής, Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (από τις ίδιες εκδ.). Στα πρώτα δύο πλησίασε «γράφοντας» την Αφρική ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – στο δεύτερο τριγύρισε και την Λατινική Αμερική. Στο τρίτο δοκίμασε μια ηροδότεια πλεύση του «μακρινού» κόσμου, προσεγγίζοντας την Ασία. Υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική κι ένας από τους πλέον αξιανάγνωστους ταξιδευτές δημοσιογράφους – συγγραφείς. Η επιμελήτρια του βιβλίου ζήτησε και πήρε από τον ίδιο ένα τεράστιο πάκο κειμένων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν – συχνά δυσεύρετες – πολωνικές δημοσιεύσεις (κυρίως συνεντεύξεις, αλλά και διαλέξεις, συζητήσεις κλπ.) ώστε να επιλέξει τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια τους και να συγκεντρώσει το απόσταγμα τόσων χρόνων ταξιδιών και εμπειρίας.

Υπεύθυνος για πενήντα αφρικανικές χώρες, αυτόπτης μάρτυρας είκοσι επτά επαναστάσεων, με πάνω από σαράντα χρόνια «στο δρόμο» ο Καπισίνσκι ήταν ανέκαθεν περίεργος για τον κόσμο και πάντα ανήσυχος όταν άφηνε οποιοδήποτε μέρος του «ανεπίσκεπτο». Ακόμα κι όταν βρισκόταν σε μια χώρα, αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς βαριά θεωρητική προετοιμασία, δεν είχε άλλο κίνητρο από το πάθος. Είχε πάντα στο νου του πως μπορεί να μην ξαναβρισκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος, γνώριζε πως στο ταξίδι οφείλει κανείς να είναι μόνος. Έβλεπε πάντα τη δουλειά του ως προορισμό, ως αποστολή. Δεν θα εξέθετε τον εαυτό του σε τόσους κινδύνους αν δεν ένιωθε πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό που ένιωθε υποχρεωμένος να το μεταδώσει. Έβλεπε πως η εξαθλίωση δεν κλαίει, δεν έχει φωνή, υπομένει σιωπηλά, δεν επαναστατεί. Οι εξαθλιωμένοι δεν εξεγείρονται, οπότε χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς. Δεν είχε αυταπάτες: γνώριζε πως ο ρους της ιστορίας δεν αλλάζει, αλλά μπορεί κανείς να περιορίσει τη φρίκη της.

Ο Καπισίνσκι αισθανόταν καλύτερα στα πιο απομακρυσμένα σημεία του κόσμου – στην Αφρική, την Λατινική Αμερική, την Ασία. Στον Τρίτο Κόσμο πάνω απ’ όλα προσαρμοζόταν από τη δεύτερη μέρα. Τα ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας που άλλοτε ήταν μια αναγκαιότητα, αργότερα αποτελούσαν συνειδητή επιλογή, αφού εκεί συναντούσε πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους (Στα πιο φτωχά ξενοδοχεία μπορείς συχνά να πέσεις πάνω σε συναρπαστικές προσωπικότητες). Σ’ ένα σημείο ήταν τυχερός: ο Τρίτος Κόσμος αποτελούσε πεδίο όπου οι ιδεολογικές πιέσεις από την πλευρά της εξουσίας ήταν πολύ μικρότερες απ’ αυτές που ασκούνταν π.χ. στον ανταποκριτή της Μόσχας ή της Πράγας. Η κατάσταση στη Ρουάντα ή στο Τσαντ σε καμιά περίπτωση δεν απειλούσε την εξουσία.

Μια διαρκής αντίφαση ενυπάρχει στην δουλειά του: από τη μια ανακαλύπτει έναν συναρπαστικό, άγνωστο κόσμο, από την άλλη το δημοσιογραφικό τέλεξ είναι τόσο επιφανειακό και ατελές που χάνεται όλη η πληρότητα και η διαφορετικότητα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό και ξεκίνησε να γράφει βιβλία: για να ακυρωθεί ο παροδικός και κοινότοπος χαρακτήρας της δημοσιογραφίας του πρακτορείου ειδήσεων. Στον τύπο, στην τηλεόραση όλα κλίνουν προς τη συντόμευση – κανείς χώρος για τον πλούτο των αποχρώσεων. Σε μια εφημερίδα δεν έχουν θέση το περιβάλλον, το κλίμα και η ατμόσφαιρα ενός δρόμου, τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούν σε μια πόλη, χιλιάδες στοιχεία που συνιστούν την αλήθεια ενός γεγονότος.

Στην Αφρική εκρήγνυνται η αποκάλυψη μιας ασυνήθιστης αλήθειας – ότι δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτό τον κόσμο, ότι ανήκουμε στην μεγάλη πολυπληθή ανθρώπινη οικογένεια και «μας ενώνουν πολλές κλωστές και καλώδια που απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση». Ο Κ. προσπαθεί να μιλήσει για την συναίσθηση αυτής της τεράστιας χωρικής αλλά κυρίως πολιτισμικής απεραντοσύνης που είναι αδύνατο να καταγραφεί. Ήδη από το 1912 ο πολωνός ανθρωπολόγος Μαλινόφσκι είχε (βλάσφημα για την εποχή) γράψει πως ο κόσμος των πολιτισμών δεν είναι ιεραρχικός και πως όλοι είναι ίσοι. Σήμερα η νοοτροπία μας παραμένει ευρωκεντρική – λες και επιστρέφουμε στον 19ο αιώνα όπου οι άνθρωποι σκέφτονταν σε επίπεδο λαού, περιφέρειας ή ηπείρου. Κι ας γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως οι πολιτισμοί του κόσμου είναι ατέλειωτοι. Ήμουν σ’ ένα πόλεμο που διαρκεί εδώ και σαράντα χρόνια, στο Σουδάν, παρόλο που πολύ λίγοι άνθρωποι τον γνωρίζουν, κι αν τον γνωρίζουν, ανήκει στους «ασήμαντους» ή «ξεχασμένους.

Γράφω για πολέμους και ονειρεύομαι την ειρήνη. Όταν όμως βρίσκεσαι σε πόλεμο (ο οποίος ούτως ή άλλως είναι αδύνατο να περιγραφεί)), η ίδια η κατάσταση σε κάνει να εμπλέκεσαι τόσο συναισθηματικά, ώστε τελικά να ταυτίζεσαι με την πλευρά στην οποία βρίσκεσαι. Η ίδια η πολεμική κατάσταση, γράφει, γεννάει μια υποκειμενικότητα. Εδώ ήταν η μεγάλη δυσκολία: να τραβήξει τη γραμμή ανάμεσα στην προσωπική συμμετοχή και στην περιγραφή. Διόλου τυχαία αναφέρει το πείραμα που έκανε Έλενα Πονιατόφσκα ως άριστο παράδειγμα των προβλημάτων μιας τέτοιας δημοσιογραφίας. Η μεξικανή συγγραφέας έγραψε το χρονικό της σφαγής εκατοντάδων φοιτητών το 1968 στην πλατεία Τλατελόλκο χρησιμοποιώντας διηγήσεις πάνω από εκατό ανθρώπων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες: όλες διαφέρουν εντελώς η μία από την άλλη.

Κάθε φορά που βρισκόταν με τους νομάδες στη Σαχάρα έβλεπε πως ελάχιστα μπορούσε να τον βοηθήσει ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όλες του οι γνώσεις, όλος ο Καντ και ο Σπινόζα ήταν άχρηστοι μπροστά στο χάος της Σαχάρας. Δεν υπάρχει Σπινόζα στη Σαχάρα. Από την ομάδα των ρεπόρτερ που ταξίδευαν στον κόσμο την δεκαετία του ’60 μόνο αυτός απέμεινε να τριγυρνάει χωρίς τέλος. Οι άλλοι έγιναν επικεφαλής δικτύων, σταθμών, οίκων, τύπων, παρέμειναν ακίνητοι. Εκείνος αισθανόταν άσχημα κάθε φορά που βρισκόταν σε σταθερό ή ανιαρό περιβάλλον. Για να γράψει ρεπορτάζ χρειαζόταν δυνατά συναισθήματα και βιώσεις. Πάντα ήταν γεμάτος «άγραφες», όπως έλεγε, ιστορίες και αναρωτιέμαι τώρα που μας έχει αφήσει, πόσες από αυτές παρέμειναν άγραφες.


Tα κείμενα του Kαπισίνσκι δεν προσφέρουν μια συνολική ιστορική και πολιτική ανάλυση της κατάστασης στην Aφρική -αυτήν ο αναγνώστης μπορεί να την αναζητήσει αλλού, και τούτα τα βιβλία πραγματικά ανοίγουν την όρεξη να μάθει κανείς περισσότερα. Ωστόσο, πέρα από την αναφορά σε τρέχοντα γεγονότα και την αφήγηση προσωπικών εμπειριών, ο συγγραφέας κάνει πολλές και ενδιαφέρουσες «στάσεις» στην ιστορία της Aφρικής, την παλιά και την πρόσφατη, που φωτίζουν τα αίτια της σημερινής κατάστασης και λύνουν απορίες. Mιλάει, π.χ., για τον ρόλο που έπαιξε το δουλεμπόριο, οι τρεις αιώνες λεηλασίας του ανθρώπινου δυναμικού της Aφρικής που οι συνέπειές της κάθε άλλο παρά έχουν σβήσει. Kάνει μια εξαιρετικά διαφωτιστική αναδρομή στην ιστορία της Nότιας Aφρικής και του απαρτχάιντ, δίνει ένα σπαρταριστό χρονικό για τη Λιβερία, το κράτος των «απελεύθερων» σκλάβων από τις HΠA που γεννήθηκε από τις τύψεις των πολέμιων της δουλείας και εξελίχθηκε σε μια από τις πιο προβληματικές χώρες της Aφρικής, ενώ στη «Διάλεξη για τη Pουάντα» προσφέρει ένα δραματικό παράδειγμα για το πώς η πολιτική των τέως αποικιακών δυνάμεων οδηγεί σε καταστροφικές ενδοαφρικανικές συγκρούσεις (και σήμερα, η απειλή μιας νέας γενοκτονίας στο βόρειο Kονγκό ελάχιστα έχει κινητοποιήσει τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν). Eξίσου μεγάλο ενδιαφέρον με τις πολιτικοϊστορικές αναφορές του, έχουν οι βυθομετρήσεις που κάνει συχνά ο Kαπισίνσκι στην κοινωνική συγκρότηση και τη νοοτροπία των Aφρικανών. Tονίζει ότι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για «αφρικανικό πολιτισμό» καθώς, όπως λέει, «η πεμπτουσία της Aφρικής είναι η ατέλειωτη ετερογένειά της», ξεχωρίζει όμως μερικά χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε μεγάλο μέρος της μαύρης ηπείρου και τα περιγράφει με ζωντάνια και χιούμορ, χωρίς εξιδανικεύσεις και κριτική απόσταση. Mιλάει για την παράδοξη για μας σχέση των Aφρικανών με τον χρόνο -τα πράγματα δεν συμβαίνουν ποτέ στην ώρα τους, αλλά η ώρα τους έρχεται αν και όταν συμβούν- και την τρομακτική ικανότητα αναμονής που έχουν -πώς μένουν ασάλευτοι για ώρες όταν ο καυτός ήλιος παραλύει τα πάντα και πώς ζωντανεύουν όταν πλαγιάζει ο δυνάστης και μεγαλώνουν οι σκιές. Περιγράφει τη σχέση τους με το γένος, που είναι η πιο εδραιωμένη, ακόμα και σήμερα, κοινωνική οντότητα στην Aφρική, και τη βαθιά τους πίστη στη δύναμη των πνευμάτων. Σε κάνει να νιώσεις -όσο μπορεί αυτό να γίνει μέσω μιας περιγραφής- τι σημαίνει να ζεις με το τίποτα, με το ελάχιστο που σου επιτρέπει να επιβιώσεις από τη μια μέρα στην άλλη, και να ανέχεσαι με καρτερικότητα αυτή τη μοίρα απολαμβάνοντας την όποια μικρή της εύνοια. Στη διάρκεια του «γάμου που κράτησε σαράντα χρόνια», όπως αποκαλεί ο ίδιος την εμπειρία του από την Aφρική, ο Kαπισίνσκι γύρισε απ' άκρη σ' άκρη την ήπειρο, γνώρισε τα βάσανα και τις χάρες της. Oι αφηγήσεις του είναι όλες ανθρωποκεντρικές, η μεγαλόπρεπη φύση της Aφρικής περιγράφεται μόνο σε συνάρτηση με τον άνθρωπο. Eίναι μια φύση καταδυναστευτική, που μέσα στη θηριώδη γονιμότητά της ο άνθρωπος έκανε τα πρώτα βήματα που τον ξεχώρισαν από το ζώο, αλλά στάθηκε σκληρή μητέρα για όσα παιδιά της έμειναν κοντά της. «Aπό τη γέννηση ώς το θάνατό του», γράφει, «ο Aφρικανός βρίσκεται στο μέτωπο, παλεύοντας με την ιδιαίτερα εχθρική φύση της ηπείρου του -και το ίδιο το γεγονός ότι ζει και επιβιώνει είναι η μεγαλύτερη νίκη του». Oι εμπειρίες μιας ζωής O Kαπισίνσκι έζησε στην Aφρική ελάχιστα προστατευμένος. Oδηγημένος από τον πόθο να τη γνωρίσει πραγματικά, αλλά και από την επαγγελματική φιλοδοξία του δημοσιογράφου-λαγωνικού, μοιράστηκε σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των ντόπιων. Eμεινε στα σπίτια τους, έφαγε το φαγητό και ήπιε το νερό τους, έκανε ατέλειωτες συζητήσεις, πήρε μέρος στις γιορτές τους. Kάηκε από τον ανελέητο αφρικάνικο ήλιο («Ξέρουν άραγε οι κάτοικοι του Bορρά τι θησαυρός είναι αυτός ο γκρίζος, ζοφερός, μονίμως συννεφιασμένος ουρανός, που ωστόσο έχει το υπέροχο χάρισμα να μην έχει ήλιο;»), αρρώστησε από ελονοσία, κινδύνεψε από ελέφαντες και φίδια (συναρπαστικό κωμικό θρίλερ η αφήγηση της περιπέτειας που είχε μ' έναν Eλληνα συνταξιδιώτη, ο οποίος τον έσωσε από μια θανατερή κόμπρα). Διέσχισε την έρημο με σαραβαλιασμένα φορτηγά κινδυνεύοντας ν' αφήσει τα κόκκαλά του στην άμμο, πέταξε με αεροπλάνα-αντίκες, νοίκιασε «διαμέρισμα» σε παραγκούπολη, αγόρασε φυλαχτό για να τον προστατεύει από τις καθημερινές κλοπές (το οποίο, σημειωτέον, έπιασε).
Πλησίασε, όσο γίνεται να πλησιάσει ένας λευκός, ένας ξένος, τη σκληρή ζωή του Aφρικανού ανθρώπου.
Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, επιλογή κειμένων και εισαγωγή: Κριστίνα Στρόντσεκ, μτφ. από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 172 (Ryszard Kapuściński, Autoportret reportera, 2003).

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Miss Landmine

 







Έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους διαγωνισμούς ομορφιάς στον κόσμο παρουσίασε το ντοκιμαντέρ της Εμπόλεμης Ζώνης του Σωτήρη Δανέζη, με τίτλο «Μις Νάρκη 2008». Ο φακός της εκπομπής ταξιδεύει στην 3η πιο ναρκοθετημένη περιοχή του πλανήτη, όπου 18 ξεχωριστές γυναίκες διαγωνίζονται για ένα διαφορετικό τίτλο ομορφιάς. Στα δώρα της νικήτριας δεν συγκαταλέγεται ένα συμβόλαιο με πρακτορείο μοντέλων, ούτε ένα αυτοκίνητο. Δε θα κάνει ταξίδια στον κόσμο, ούτε φωτογραφήσεις για περιοδικά μόδας. Το δώρο της θα είναι, απλώς, ένα τεχνητό προσθετικό μέλος. Στα καλλιστεία, που διεξάγονται για πρώτη φορά στην Αγκόλα, τη χώρα όπου σχεδόν σε κάθε κάτοικο αντιστοιχεί και μια θαμμένη νάρκη, οι υποψήφιες Μις είναι όλες γυναίκες ακρωτηριασμένες, θύματα των ναρκών. Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ τις ακολουθούν κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τον διαγωνισμό, καταγράφουν τα όσα έγιναν τη μεγάλη βραδιά, αλλά και την επόμενη μέρα για τη νικήτρια και τις ηττημένες. Οι 18 υποψήφιες, μια από κάθε επαρχία της χώρας, παίρνουν μέρος σε σεμινάρια ενίσχυσης της αυτοπεποίθησης, μαθαίνουν πώς να περπατούν στο κόκκινο χαλί της πασαρέλας, φωτογραφίζονται και δίνουν το μήνυμα: Ο καθένας έχει το δικαίωμα να νιώθει όμορφος. Την ίδια ώρα ο εμπνευστής των καλλιστείων, Νορβηγός σκηνοθέτης Μόρτεν Τράαβικ, δέχεται έντονη κριτική τόσο για το έπαθλο όσο και για το ποσό που συγκέντρωσε στην πατρίδα του και ξόδεψε με σκοπό τη διοργάνωση αυτού του διαγωνισμού ομορφιάς. Το ντοκιμαντέρ εστιάζει στις ιστορίες τριών υποψηφίων που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού, της Αουγκούστα από τη Λουάντα, της Λουϊζα από το Μπένγκο, που σημαδεύτηκε στο πρόσωπο από την έκρηξη της νάρκης και της Αλεσάντρα από την Λούντα Σουλ, η οποία ταξίδεψε στην πρωτεύουσα Λουάντα μαζί με το παιδί της. Η Αγκόλα, είναι η 3η πιο ναρκοθετημένη χώρα του πλανήτη. Είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς τον ακριβή αριθμό των ναρκών που «φυτεύτηκαν» στη χώρα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, το 1961 μέχρι και το τέλους του πολέμου, το 2002. Το βέβαιο είναι ότι για περισσότερες από 4 δεκαετίες, το έδαφος της Αγκόλας, πλούσιο σε πετρέλαιο και πολύτιμους λίθους, γέμιζε από νάρκες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ο αριθμός τους κυμαίνεται από 1 έως 6.000.000. Τα Ηνωμένα Έθνη και οργανώσεις κατά των ναρκών τις υπολογίζουν σε 14.000.000 εκατομμύρια, δηλαδή μια νάρκη για κάθε κάτοικο της χώρας. Μέχρι σήμερα το 98% των θυμάτων είναι πολίτες, πολλοί από αυτούς παιδιά που ξεστράτισαν στη διάρκεια του παιχνιδιού. Για τους ενήλικες ο κίνδυνος παραμονεύει σε μονοπάτια, στο χωράφι που καλλιεργούν, δίπλα στο ποτάμι, λίγα μέτρα από τα σπίτια του χωριού. Στην Αγκόλα υπολογίζεται ότι έχουν ακρωτηριαστεί από νάρκες πάνω από 80.000 άνθρωποι. Τέσσερις στους δέκα είναι γυναίκες. Απέκτησε την ανεξαρτησία της από την Πορτογαλία το 1975. Ωστόσο, οι ένοπλες ομάδες που μάχονταν τους αποικιοκράτες, συνέχισαν να πολεμούν για την εξουσία.


Οι συγκρούσεις διήρκεσαν 27 χρόνια και σκοτώθηκαν περίπου 500.000 άνθρωποι. Θεωρείται ο μεγαλύτερος και φονικότερος από τους αποκαλούμενους «πολέμους δι' αντιπροσώπων», της ψυχροπολεμικής περιόδου. Ενεπλάκησαν, άμεσα ή έμμεσα, αρκετές χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και της Δύσης. Οι 18 υποψήφιες για τον τίτλο της «Μις Νάρκη 2008» μένουν σε μια μικρή πανσιόν στα προάστια της Λουάντα. Παραμονές της μεγάλης βραδιάς, τους επισκέπτεται ο κομμωτής που θα περιποιηθεί τα μαλλιά τους... Για ορισμένες γυναίκες αυτή είναι η μια πρωτόγνωρη εμπειρία καθώς οι περισσότερες έρχονται από χωριά της επαρχίας, είναι άνεργες και δεν έχουν τελειώσει το σχολείο. Η Αλεσάντρα που ήρθε στο διαγωνισμό με το παιδί της, φαίνεται σαν να ανακαλύπτει ξανά, στα 26 της χρόνια, τι σημαίνει να είναι και να δείχνει όμορφη. Η νάρκη παραλίγο να της στερήσει τη ζωή, σε ηλικία επτά ετών. «Στην καθημερινότητά μου αυτό που σκέφτομαι για τη ζωή μου είναι ότι δεν έχω υποστήριξη. Ξέρεις πώς είναι όταν ένα άτομο είναι χωρίς δουλειά, πώς είναι να ζεις μια ζωή με δυστυχία, μια ζωή αφύσικη». Η Λουίζα Μιγκέλ Ματάο από το Μπένγκο είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες γυναίκες. Η νάρκη που πάτησε σε ηλικία 12 ετών, δεν σημάδεψε μόνο τη ζωή αλλά και το πρόσωπό της. «Με το που πάτησα την νάρκη με σήκωσε ο καπνός και μετά με έριξε πάλι κάτω στο έδαφος. Όλα ήταν σκοτεινά. Δεν ήξερα που βρισκόμουν. Το μόνο που έβλεπα μπροστά μου ήταν το σκοτάδι». Το περιβάλλον του διαγωνισμού είναι πολύ διαφορετικό από την καθημερινή ζωή των 18 γυναικών. Από την απλή, χωρίς πολυτέλειες, ζωή στο χωριό, οι υποψήφιες περνούν μερικές μέρες στην πρωτεύουσα Λουάντα και κάνουν πρόβες με βραδινά φορέματα που δεν έχουν ξαναφορέσει ποτέ. Για μερικές ημέρες θα βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η Αουγκούστα Εουρικέτε Αρουρίτα, η υποψήφια από την επαρχία της Λουάντα, πιστεύει ότι ο διαγωνισμός θα αναδείξει σε διεθνές επίπεδο όχι μόνο το ζήτημα των ναρκών αλλά και τη σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων με κινητικά προβλήματα. «Αν θα μπορούσα να έρθω σε επαφή με την κυβέρνηση, θα ήθελα να ανοίξω ένα κέντρο για άτομα με ειδικές ανάγκες. Να μπορούν να σπουδάσουν, να έχουν ένα επίπεδο, ώστε να μην «μειονεκτούν». Σύμφωνα με την Αουγκούστα «το άτομο που θα κερδίσει, δεν θα κερδίσει για τον εαυτό του, αλλά για όλες τις ανάπηρες από νάρκη». Ο διαγωνισμός ομορφιάς «Μις Νάρκη 2008» συγκέντρωσε την προσοχή των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Πολλοί χαρακτήρισαν την διοργάνωση ως ένα σόου φρίκης. Ωστόσο, ο Νορβηγός σκηνοθέτης που εμπνεύστηκε και διοργάνωσε αυτά καλλιστεία υποστηρίζει: «Θα έλεγα ότι αν το αποκαλέσεις έτσι, τότε αυτό λέει πολλά σχετικά με την δική σου άποψη για τους ανάπηρους ανθρώπους από ό,τι λέει για το δικό μας έργο». http://www.megatv.com/warzone/pages.asp?catid=15505&subid=2&tag=12739&