Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο Κατάσκοπος του Θεού

‘’…ποιος χάνει, ποιος κερδίζει, ποιος είναι στα πράματα, ποιος είν' απέξω - και μονάχα εμείς θα νιώθουμε το μυστήριο των όντων, σάμπως να 'μαστε κατάσκοποι του θεού•…’’ Ουίλιαμ Σαίξπηρ στον Βασιλιά Λήρ Εκατό πέντε χρόνια έχουν περάσει από το θάνατο του Αντόν Τσέχοφ σε μια λουτρόπολη του Μέλανα Δρυμού. Ο Ρώσος συγγραφέας ήταν πενήντα τεσσάρων ετών πίσω του άφησε θεατρικά έργα (το «Θείο Βάνια», τις «Τρεις αδελφές», το «Βυσσινόκηπο», το «Γλάρο»), νουβέλες, μονόπρακτα (όπως την «Πρόταση γάμου» και τις «Βλαβερές συνέπειες του καπνού»), καθώς και πλήθος διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στη διάρκεια της ζωής του (μερικά απ’ αυτά στο σατιρικό έντυπο «Τζιτζίκι») ή που έμειναν στα συρτάρια του. Ο Τσέχοφ, όπως οι μεγάλοι συγγραφείς του κόσμου, ασχολήθηκε με όλα τα είδη της πεζογραφίας και συνέδεσε το όνομά του με μισόν αιώνα ανθρώπινης ιστορίας: με την προεπαναστατική κατάσταση των πραγμάτων στη Ρωσία, με το θέατρο Στανισλάφσκι που μόλις γεννιόταν πολυγραφότατος και σε πείσμα της παλιάς γενιάς, που έβρισκε τα έργα του «χωρίς δράση», ο Τσέχοφ κατόρθωσε να ταυτιστεί με τη ρωσική «ψυχή» και να γίνει ο μάγος της. Το έργο του, αν και δεν του λείπει το χιούμορ, φέρνει τη σκιά του θανάτου, της αποσύνθεσης, της απελπισίας οι ήρωες του παραμένουν ανήμποροι και νοσταλγικοί. Ο ίδιος έζησε τη φτώχεια και τον πατρικό αυταρχισμό - γεννήθηκε στο Ταγκαρόνγκ, ανάμεσα σε Έλληνες γείτονες - κι έπειτα τη φτώχεια των άλλων: σπούδασε ιατρική και την άσκησε χωρίς φιλοδοξία και χωρίς ανταμοιβές. Εργαζόταν πάντα πολύ: πίστευε πως η ομορφιά της ζωής πηγάζει από την εργασία η εργασία, οι κακουχίες και οι στερήσεις συνέβαλαν στο να προσβληθεί από φυματίωση. Αν και καθιερωμένοι συγγραφείς, όπως ο Τολστόι, του επιτέθηκαν, ο Τσέχοφ δεν άργησε να βρει τη θέση του στα ρωσικά γράμματα: η γαλήνια απελπισία του, η ακρίβεια της γλώσσας και των συναισθημάτων, ο βήχας που μοιάζει να ακούγεται πίσω από κάθε αστραφτερό διάλογο, η πολιτική του ανεξαρτησία συναρμολογούν το πορτρέτο ενός κλασικού. Όπως γράφει ο Ιβάν Μπουνίν στη βιογραφία του (1908), «ο Τσέχοφ ήταν ένας εξορκιστής... ο αληθινός του ήρωας είναι η απόγνωση...», μια απόγνωση που περιγράφεται χωρίς βαρυσήμαντες λέξεις, χωρίς αφρώδη συναισθήματα και βίαιες αντιδράσεις, αλλά με την ειρωνεία και τη διαύγεια ενός αδυσώπητου αλλά φιλάνθρωπου παρατηρητή. Ο Τσέχωφ είναι απαράμιλλος στην ανάλυση της απομόνωσης των ανθρώπων και της ματαιοπονίας, στην προσπάθεια της αμοιβαίας κατανόησης. Παρά το γεγονός, ότι η ιδέα αυτή βρίσκεται στον πυρήνα όλων σχεδόν των έργων του, τα πρόσωπα του Τσέχωφ στερούνται –κατά περίεργο τρόπο– ατομικής προσωπικότητας. Η προσωπικότητα απουσιάζει απ’ τις ιστορίες του. Όλοι οι χαρακτήρες μιλούν την ίδια γλώσσα, που είναι η γλώσσα του ίδιου του Τσέχωφ. Μοιάζουν όλα αναμεταξύ τους , είναι όλα καμωμένα από την ίδια ύλη –«την ύλη που είναι κοινή σε όλη τη ανθρωπότητα». Ο Τσέχωφ δίνει την εντύπωση ότι αγαπά ιδιαίτερα τους αποτυχημένους και τους αδύνατους. Ο Τσέχωφ παρακολουθεί τον άνθρωπο να παλεύει με τις εσωτερικές αντινομίες, με τους «μικροοργανισμούς» της ψυχής του και σχεδόν πάντα να υποκύπτει. Να υποκύπτει σαν ένα είδος λύτρωσης. Αντίθετα, αυτός που είναι δυνατός, αυτός που δεν γνωρίζει τι σημαίνει αυτή η εσωτερική πάλη ή που έχει επικρατήσει, έχει σιγάσει τις φωνές και θεωρείται δυνατός, αυτόν ο Τσέχωφ τον βλέπει με τη λιγότερη συμπάθεια. Η ευαισθησία, αν και είναι τυπικά ηττημένη, αναδεικνύεται σε ηθική αξία στα έργα του Τσέχωφ. Η εσωτερική ισορροπία, που δεν γνωρίζει άλλες εναλλακτικές. Το ρωσικό ρεαλιστικό δράμα είναι ουσιαστικά στατικό. Και ο Τσέχωφ ακολούθησε ως το ακρότατο σημείο τη στατική αυτή τάση και έδωσε το όνομά του σε μια καινούργια δραματική μορφή: το μη δραματικό δράμα. Τα θεατρικά του έργα είναι, στο σύνολό τους, κατασκευασμένα όπως τα διηγήματά του. Οι διαφορές οφείλονται μονάχα στην αλλαγή του υλικού και στη χρησιμοποίηση των διαλόγων. Στα διηγήματά του υπάρχει ένα κεντρικό πρόσωπο, που εξασφαλίζει την ενότητα, αλλά στα δράματα η χρήση του διαλόγου αποκλείει την μονοκεντρική κατασκευή και αναγκάζει την εισαγωγή και άλλων προσώπων. Ο Τσέχωφ παρουσιάζει τους χαρακτήρες των διηγημάτων μέσα από την εσωτερική διαπάλη, κρατώντας πάντα τον κεντρικό ρόλο για τον πρωταγωνιστή, γύρω από τον οποίο ακούγεται συχνά ο θόρυβος των υπολοίπων ανθρώπων. Αντίθετα, στα θεατρικά έργα η ανάγκη διαλόγου τον αναγκάζει να εισαγάγει και όλους τους κεντρικούς χαρακτήρες, μοιράζοντας όμως σε τέτοιο βαθμό ισότιμα την αξία των ρόλων, που είναι δύσκολο να διακρίνει κεντρικό ήρωα-πρωταγωνιστή. Όλα τα πρόσωπα έχουν την ίδια σημασία και την ίδια αξία, απομονωμένα ουσιαστικά το ένα από το άλλο. Η μέθοδος αυτή ταίριαζε με τις αρχές του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, που απέβλεπε σε ένα θίασο χωρίς ανταγωνιστές και με ηθοποιούς της ίδιας αξίας. Η μορφή των θεατρικών του αποδίδει τέλεια την αγαπημένη θεωρία του Τσέχωφ: Υπάρχει μια αμοιβαία ασυνεννοησία μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίοι ούτε θέλουν ούτε μπορούν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο. Ο κάθε ένας μιλά για ότι τον αφορά Και δεν δίνει σημασία στο τι λένε οι άλλοι. Πιο έντονα και από τα διηγήματά του, στα θεατρικά έργα του Τσέχωφ κυριαρχεί η μελαγχολία, η κατάθλιψη, η απελπισία. Όλα τους είναι γραμμένα σε ελάσσονα τόνο, γι’ αυτό ο θεατής φεύγει με ένα αίσθημα αδύναμης –ίσως απόλαυσης και αδύναμης –κατάθλιψης. Στο εξωτερικό ο Τσέχωφ λατρεύτηκε. Στη Ρωσία όμως, κατά ένα περίεργο τρόπο, θεωρήθηκε πάντα διανοούμενος δεύτερης κατηγορίας και οι σύγχρονοι του διανοούμενοι τον εκτίμησαν ελάχιστα. Εκείνοι, που πραγματικά τον θαύμαζαν ήταν οι κοινοί θνητοί. Σήμερα βέβαια ο Τσέχωφ έχει αναγνωρισθεί απ’ όλους και θεωρείται ένας από τους κλασικούς των ρωσικών γραμμάτων. Όσο για μας τους κοινούς θνητούς, εξακολουθούμε να λατρεύουμε πέρα από τα μοναδικά θεατρικά του έργα, τα σύντομα κωμικά του διηγήματα και τα υπέροχα κωμικά μονόπρακτά του.