Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Ασχήμιας εγκώμιον...

«Η έννοια της ασχήμιας, όπως άλλωστε και της ομορφιάς, είναι συνυφασμένη όχι μόνο με τους διάφορους πολιτισμούς αλλά και με τον χρόνο. Η ιστορία, άλλωστε, είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Ο Ναπολέων, προκειμένου να μπει η πομπή της ενθρόνισής του άνετα στην Παναγία των Παρισίων, διέταξε να αφαιρέσουν το τύμπανο στην κεντρική πύλη του καθεδρικού ναού, καταστρέφοντας ένα γοτθικό αριστούργημα που στις αρχές του 1700 το θεωρούσαν βάρβαρο και πρωτόγονο. Εμείς κοιτάζουμε έκπληκτοι τις φωτογραφίες των ηθοποιών του βωβού κινηματογράφου, δίχως να καταλαβαίνουμε πως οι σύγχρονοί τους τις έβρισκαν γοητευτικές κι επιπλέον ούτε θα μπορούσαμε να δούμε μια γυναίκα του Ρούμπενς να συμμετέχει σε επίδειξη μόδας». Αν οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουμε ότι η ασχήμια είναι το αντίθετο της ομορφιάς, τότε ο Ουμπέρτο Εκο έρχεται να αναδείξει την ομορφιά της ασχήμιας με μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, την «Ιστορία της ασχήμιας» (εκδόσεις «Καστανιώτη», μετάφρ. Δήμητρα Δότση-Ανταίος Χρυσοστομίδης). Με ελκυστικά κείμενα που συνοδεύονται από «εύγλωττη» εινονογράφηση, μας οδηγεί σε ένα ταξίδι τριών χιλιάδων χρόνων ανάμεσα σε εφιάλτες, συλλογικές φοβίες και πρωτοπορίες. Εκεί όπου το αποκρουστικό συμβαδίζει συχνά με το συγκινητικό και η απόρριψη της δυσμορφίας συνοδεύεται από τη γοητεία της παραβίασης κάθε κλασικού κανόνα. Το κακό, το κοινότοπο, το αυθαίρετο, το άξεστο, το φρικτό, το εγκληματικό, το μαγικό, το σατανικό, το αποκρουστικό, το βρόμικο, το ανήθικο είναι μερικές μόνο από τις όψεις της ασχήμιας που διαμόρφωσαν τα αισθητικά πρότυπα, σε διάφορες εποχές, τα οποία συχνά βασίστηκαν σε πολιτικά και κοινωνικά κριτήρια. «Κατ' αρχάς, εμείς μπορούμε μονάχα να υποθέσουμε ότι τα γούστα των κοινών ανθρώπων αντιστοιχούσαν κατά κάποιον τρόπο στα γούστα των καλλιτεχνών της εποχής τους» επισημαίνει ο Εκο. «Αν ένας εξωγήινος επισκέπτης έμπαινε σε μια σύγχρονη πινακοθήκη, έβλεπε τα γυναικεία πρόσωπα που ζωγράφιζε ο Πικάσο και άκουγε τους επισκέπτες να τα θεωρούν "όμορφα" θα αποκτούσε τη λαθεμένη ιδέα ότι στην καθημερινή πραγματικότητα οι άνθρωποι του καιρού μας θεωρούν όμορφες και ποθητές τις γυναίκες που έχουν πρόσωπα όμοια με αυτά που απεικονίζει ο ζωγράφος...» Οχι ότι και οι Γήινοι δεν θα μπερδευτούν με τη συχνότητα που αλλάζουν τα πρότυπα. Από την ελληνική αρχαιότητα, ακόμα, όπου ο Ερωτας εμφανιζόταν στα αγάλματα σαν ένα χαριτωμένο, παιχνιδιάρικο παιδάκι, ενώ ο Σωκράτης υποστήριζε ότι ο «Ερως είναι ένα είδος "δαίμονα" με διφορούμενη φύση». Στον χριστιανικό κόσμο η αποδοχή της «ασχήμιας» του Χριστού δεν ήταν άμεση. Η παλαιοχριστιανική τέχνη είχε περιοριστεί στην εξιδανικευμένη εικόνα του Καλού Ποιμένα. «Μόνο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα γίνεται αποδεκτός, στο πρόσωπο του ανθρώπου στον σταυρό, ένας άνθρωπος αληθινός, καταβεβλημένος, ματωμένος, παραμορφωμένος από τα μαρτύρια». Το άσχημο με τη μορφή του φρικώδους και του διαβολικού κάνει την εμφανισή του στους χριστιανούς με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, που εισάγει μια τεράστια γκάμα τερατωδών πλασμάτων και τρομερών καταστάσεων στη γλυπτική και τη ζωγραφική του Μεσαίωνα. Ο Εκο θεωρεί δε την «Κόλαση» του Δάντη «θεμελιώδες κείμενο για την ιστορία κάθε ασχήμιας, κάτι σαν συλλογή δύσμορφων πλασμάτων (ο Κέρβερος, οι Μέγαιρες, οι Ερινύες, ο Γηρυόνης, ο Εωσφόρος) και σαν δειγματολόγο τρομερών βασανιστηρίων». Οι αποκαλύψεις των θαλασσοπόρων που συναντούσαν άγριους λαούς με άγνωστα ήθη ξύπνησαν τη φαντασία του Πόε, του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, του Μποντλέρ, του Σουίφτ για να φτιάξουν τα δικά τους τέρατα. Ο διάβολος του Γκέτε εμφανίζεται ως κομψοντυμένος κύριος, αλλά γίνεται «πιο επικίνδυνος και ανησυχητικός, γιατί δεν είναι πλέον αθώα άσχημος όπως τον περιέγραφαν παλιά». Οι νεότεροι λογοτέχνες εφηύραν τα δικά τους τέρατα, τον Δράκουλα, τον Φράνκεσταϊν, τον μίστερ Χάιντ ή τον Κινγκ Κονγκ. Αυτός ο κακός, ο ξένος Οσο όμως αποδραματοποιείται στη συνείδηση του κόσμου ο Σατανάς τόσο δαιμονοποιείται ο «Εχθρός». «Ηδη από την αρχαιότητα, εχθρός ήταν πάντα ο Αλλος, ο ξένος. Τα χαρακτηριστικά του δεν μοιάζουν να ανταποκρίνονται στα κριτήριά μας περί ομορφιάς και, αν έχει διαφορετικές γαστρονομικές συνήθειες από τις δικές μας, τότε μας ενοχλεί η μυρωδιά του» επισημαίνει ο διάσημος σημειολόγος, ο οποίος δίνει την εικόνα του άσχημου και με φυλετικά κριτήρια: «Για να στηρίξει την εκπολιτιστική αποστολή του λευκού ανθρώπου, η απεικόνιση των Αφρικανών υπήρξε πάντα ανελέητη, όχι μόνο στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική αλλά και σε κείμενα επιστημονικού χαρακτήρα, όπως εκείνα του Λομπρόζο» σημειώνει. «Γλοιώδεις χαρακτήρες ανήκουν και σε διάφορα άλλα έθνη εκτός Ευρώπης, από τον ύπουλο Αραβα ώς τους στραγγαλιστές Ινδιάνους, για να μην αναφερθούμε στους αμέτρητους Κινέζους με το παράξενο πρόσωπο, ικανούς για κάθε αγριότητα (...)» Στον Μεσαίωνα η άσχημη γυναίκα παίρνει τη μορφή της γριάς, «σύμβολο σωματικής και ηθικής παρακμής σε αντιπαράθεση με το κλασικό εγκώμιο της νιότης». Γριές ήταν και οι μάγισσες, που κατά τον Εκο αντιπροσώπευαν μια μορφή λαϊκής υποκουλτούρας: «Στις περισσότερες περιπτώσεις τα θύματα που κάηκαν στην πυρά κατηγορήθηκαν για μαγγανεία διότι ήταν άσχημα (...) Οταν έπαψαν οι διώξεις, η εικόνα της μάγισσας δεν έδυσε -συνέχισε να ζει μέσα από τα παραμύθια και επιστρέφει με συγγραφείς τρόμου όπως ο Λάβκραφτ». Στην Αναγέννηση, ωστόσο, μέσα από τους στίχους του Μιχαήλ Αγγέλου και του Γκρίφιους, κάνει την εμφάνισή της μια «ευσπλαχνική αντίληψη περί της ασχήμιας που προκαλεί πόνο και ταυτόχρονα μοχθηρία». Αυτή την εποχή αρχίζει να ξεχωρίζει και το άσεμνο από το άσχημο: «Τα γεννητικά όργανα δεν αντιμετωπίζονται ως αιτία σκανδάλου στις απεικονίσεις των ανθρώπινων σωμάτων αλλά γίνονται στοιχείο της ομορφιάς τους και με συγγραφείς σαν τον Αρετίνο ο εκθειασμός πράξεων που πριν έμεναν ανομολόγητες μπαίνει στις βασιλικές και παπικές αυλές και δεν αντιμετωπίζεται πλέον κάτω από τον αστερισμό της δυσαρέσκειας αλλά μιας τολμηρής και ξεδιάντροπης πρόσκλησης στην απόλαυση». Με το γοτθικό μυθιστόρημα αναδεικνύεται η λατρεία της ζοφερής ομορφιάς και στον 19ο αιώνα εκθειάζεται η αποσύνθεση λόγω κάποιας ασθένειας, που συνήθως παίρνει τη μορφή ωχρών, ετοιμοθάνατων κοριτσιών στα έργα των Σέλεϊ, Μπαρμπέ ντ' Ορεβιγί, Ρενέ Βιβιέν. Στη δε λαϊκή λογοτεχνία άσχημοι και κακοί θεωρούνται οι φτωχοί, οι ομοφυλόφιλοι, οι παράφρονες, οι πόρνες, οι κλέφτες... Η βιομηχανική επανάσταση έφερε και τη βιομηχανική ασχήμια. Οι διανοούμενοι του Παρισιού ήταν αντίθετοι με την ανέγερση «του άχρηστου και τερατώδους πύργου του Αϊφελ». Ωστόσο, ο «θρίαμβος της ασχήμιας» συντελείται στις αρχές του 20ού αιώνα, με τα κινήματα της λεγόμενης «ιστορικής πρωτοπορίας» και τους εκφραστές τους: από τον Πικάσο, τον Νταλί, τον Μαν Ρέι, μέχρι τον Μαρσέλ Ντισάν και τον Οτο Ντιξ. «Η κυρίαρχη αισθητική ευαισθησία καθορίζεται από καλλιτέχνες, καλλιεργημένους ανθρώπους, όσους θεωρούνται ειδικοί περί του ωραίου. Πρόκειται, πάντως, για μια εφήμερη έννοια» εκτιμά ο συγγραφέας και φέρνει για παράδειγμα το «κιτς»: «Ποιος όμως χαρακτηρίζει κάτι φτηνόπραμα;» διερωτάται. «Η υψηλή κουλτούρα θεωρεί κιτς τους νάνους στους κήπους, τις μικρές εικόνες λατρείας, τα ψεύτικα βενετσιάνικα κανάλια στα καζίνα του Λας Βέγκας (...) Αθεράπευτα κιτς χαρακτηρίστηκε η προπαγανδιστική τέχνη της δικτατορίας του Στάλιν (που τη θεωρούσαν τέχνη του λαού), του Χίτλερ ή του Μουσολίνι. Οι λάτρεις του κιτς όμως πιστεύουν ότι απολαμβάνουν μια ποιοτικά υψηλή εμπειρία. Είναι ευνόητο ότι υπάρχει μια τέχνη για τους ακαλλιέργητους, όπως και για τους καλλιεργημένους, και πρέπει να σεβόμαστε τη διαφορά ανάμεσα σ' αυτά τα δύο γούστα, έτσι όπως σεβόμαστε τις διαφορετικές θρησκείες ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις». Με την πεποίθηση ότι ο κόσμος συχνά αδυνατεί να εκτιμήσει το μέλλον, δηλαδή τις προκλητικές προτάσεις κάποιων καλλιτεχνών, ο Εκο κλείνει την έρευνά του με την παράθεση αφορισμών από «ειδικούς», που τελικά διαψεύσθηκαν: *«Ενα όργιο πάταγου και κακογουστιάς» (ο Λούις Σπρο για την πρώτη εκτέλεση της «Ενάτης» του Μπετόβεν). *«Αδύνατον να πουλήσουν ιστορίες με ζώα στις ΗΠΑ» (κριτική για τη «Φάρμα των ζώων» του Οργουελ). *«Επρεπε να το διηγηθεί σε κάποιον ψυχαναλυτή, και πιθανώς να το έχει ήδη κάνει» (για τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ). *«Το "Οσα παίρνει ο άνεμος" θα είναι το πιο παταγώδες φιάσκο της ιστορίας του Χόλιγουντ» (ο Γκάρι Κούπερ, αφού αρνήθηκε τον ρόλο του Ρετ Μπάτλερ) *«Δεν ξέρει να παίζει, δεν ξέρει να τραγουδάει και είναι φαλακρός. Στον χορό τα κουτσοκαταφέρνει» (διευθυντής της «Μέτρο» για τον Φρεντ Αστέρ).